Χρήστος Βαλαβανίδης: Ο Λεοντιδέας που κουβαλούσε τις μνήμες μιας εποχής
Ο Χρήστος Βαλαβανίδης, που έφυγε χθες από τη ζωή, δεν υπήρξε μόνο ένας αγαπημένος ηθοποιός του ελληνικού θεάτρου και της τηλεόρασης. Υπήρξε ένας άνθρωπος που κουβαλούσε μέσα του μια ολόκληρη εποχή — τις αυλές, τις φωνές, τις φιλίες και τις αντιφάσεις της Λεοντείου της οδού Σίνα. Μιας σχολικής ζωής που, όπως έγραφε, συνδύαζε «πολύ καλούς καθηγητές» με «παραδοσιακό σωφρονιστικό σύστημα», αλλά και στιγμές ανθρωπιάς που σημάδεψαν μια γενιά.
….
Ανάμεσα στις πιο ζωντανές του μνήμες ήταν η φιλία του με τον συμμαθητή του Νίκο Παναγιωτόπουλο. Μαζί ανακάλυψαν την ποίηση, χάρη στον φιλόλογο Γκιόλμαν, ο οποίος —όπως σημείωνε ο ίδιος— «μας σήκωσε στον πίνακα για να διαβάσουμε μπροστά στην τάξη τα πρωτόλεια μας». Εκεί, στα θρανία, γεννήθηκε μια σχέση που άντεξε στον χρόνο και μια πρώτη καλλιτεχνική σπίθα που αργότερα θα οδηγούσε τον Βαλαβανίδη στη σκηνή.
Οι αφηγήσεις του για το σχολείο ήταν πάντα ζωντανές: οι αυστηροί φρέρηδες, ο γλυκός frère Chrysologue, ο επιβλητικός frère Athanase, οι πορείες των μαθητών μέχρι το Σεν Ζοζέφ, οι πρώτες συναντήσεις με τον Μίμη Πλέσσα και τη νεαρή Νάνα Μούσχουρη. Στιγμές που, όπως έγραφε, έμεναν ανεξίτηλες — «μια όαση» μέσα στη σκληρή καθημερινότητα της εποχής.
Η πορεία του στο θέατρο υπήρξε σταθερή, εργατική, γεμάτη σεμνότητα. Δεν επιδίωξε ποτέ τη φασαρία της δημοσιότητας· προτίμησε την ουσία, την ομάδα, τη δουλειά. Ήταν από εκείνους τους ηθοποιούς που δεν χρειάζονταν μεγάλα λόγια για να κερδίσουν το κοινό. Αρκούσε η παρουσία του.
Κι όμως, πίσω από τον άνθρωπο της σκηνής υπήρχε πάντα ο μαθητής της Σίνα. Ο έφηβος που ένιωσε την αδικία όταν το σχολείο μεταφέρθηκε στη Νέα Σμύρνη και «αρνήθηκαν να με περιλάβουν στο νέο δυναμικό». Ο νέος που βρέθηκε σε νυχτερινό σχολείο, δίπλα σε «μάστορες, έναν παπά, μία πόρνη και διάφορους αληταράδες», και που τελικά κατέληξε στο συμπέρασμα πως «η ζωή είναι ο καλύτερος δάσκαλος».
Σήμερα, η απώλειά του ξυπνά μνήμες όχι μόνο από το θέατρο, αλλά και από μια Λεόντειο που δεν υπάρχει πια. Από ένα κτίριο που «έμεινε για λίγο διάστημα άδειο και βουβό, σαν κενή σαρκοφάγος» πριν χαθεί κι αυτό, όπως χάνονται οι εποχές.
Ο Χρήστος Βαλαβανίδης αφήνει πίσω του ένα έργο που αγαπήθηκε και μια μαρτυρία ζωής που συγκινεί. Ένας Λεοντιδέας που έζησε με αλήθεια, με χιούμορ, με ευαισθησία — και που τίμησε με τον τρόπο του το σχολείο, τους φίλους και την τέχνη του.


