Χρήστος Βαλαβανίδης: Ο Λεοντιδέας που κουβαλούσε τις μνήμες μιας εποχής

Ο Χρήστος Βαλαβανίδης, που έφυγε χθες από τη ζωή, δεν υπήρξε μόνο ένας αγαπημένος ηθοποιός του ελληνικού θεάτρου και της τηλεόρασης. Υπήρξε ένας άνθρωπος που κουβαλούσε μέσα του μια ολόκληρη εποχή — τις αυλές, τις φωνές, τις φιλίες και τις αντιφάσεις της Λεοντείου της οδού Σίνα. Μιας σχολικής ζωής που, όπως έγραφε, συνδύαζε «πολύ καλούς καθηγητές» με «παραδοσιακό σωφρονιστικό σύστημα», αλλά και στιγμές ανθρωπιάς που σημάδεψαν μια γενιά.

….

Τα παλιά τα χρόνια, υπήρχαν στο κέντρο της Αθήνας δύο σχολεία που θα μπορούσε κάποιος να τα πει καθολικά. Τα διοικούσαν καθολικοί ιερωμένοι, το ένα, το Λεόντιο Λύκειο, άντρες μοναχοί και το δεύτερο, η Γαλλική Σχολή Σεν Ζοζέφ, που το διοικούσαν καλόγριες. Υπήρχαν και άλλα καθολικά σχολεία στην επικράτεια της Αθήνας, όπως το Λεόντιο στα Πατήσια και οι Ουρσουλίνες στο Ψυχικό. Εγώ μιλώ για τα δύο Σχολεία στο κέντρο της πόλης, το Λεόντιο της οδού Σίνα και το Σεν Ζοζέφ της οδού Χαριλάου Τρικούπη.
Τα μαθήματα και στα δύο σχολεία γινόντουσαν στα Ελληνικά. Πολύ καλοί καθηγητές. Πειθαρχία και επιβολή ενός παραδοσιακού σωφρονιστικού συστήματος που περιελάμβανε τιμωρίες, ξυλιές και σφαλιάρες. Με αρκετές εξαιρέσεις. Για παράδειγμα στην 5η γυμνασίου είχαμε έναν αυστηρό καθηγητή φιλόλογο, τον κύριο Γκιόλμαν. Δεν χτυπούσε ποτέ. Είχε καταφέρει να επιβάλει έναν σεβασμό στην τάξη, που απέτρεπε τους μαθητές να κάνουν παραπτώματα. Στο κύριο Γκιόλμαν χρωστάμε, ο Νίκος Παναγιωτόπουλος και εγώ την ποιητική μας «καριέρα». Όταν έμαθε ότι ο Νίκος κι εγώ γράφουμε ποιήματα, μας σήκωσε στον πίνακα για να διαβάσουμε μπροστά στην τάξη τα πρωτόλεια μας. Αυτό επαναλήφθηκε πολλές φορές μέχρι να τελειώσει το έτος.
Φυσικά την κύρια θέση στη διδακτέα ύλη την είχαν τα Γαλλικά. Κόντρα στα υπόλοιπα ελληνικά σχολεία, τα Γαλλικά, για το Λεόντιο ήταν πρωτεύον μάθημα. Το ρόλο της εκμάθησης της γαλλικής γλώσσας τον είχαν αναλάβει οι «φρέρηδες», όπως αποκαλούσαμε τους μοναχούς.
Πρέπει να πω εδώ, ότι οι φρέρηδες έκαναν καλή δουλειά. Μας έμαθαν Γαλλικά…..

Ανάμεσα στις πιο ζωντανές του μνήμες ήταν η φιλία του με τον συμμαθητή του Νίκο Παναγιωτόπουλο. Μαζί ανακάλυψαν την ποίηση, χάρη στον φιλόλογο Γκιόλμαν, ο οποίος —όπως σημείωνε ο ίδιος— «μας σήκωσε στον πίνακα για να διαβάσουμε μπροστά στην τάξη τα πρωτόλεια μας». Εκεί, στα θρανία, γεννήθηκε μια σχέση που άντεξε στον χρόνο και μια πρώτη καλλιτεχνική σπίθα που αργότερα θα οδηγούσε τον Βαλαβανίδη στη σκηνή.

Οι αφηγήσεις του για το σχολείο ήταν πάντα ζωντανές: οι αυστηροί φρέρηδες, ο γλυκός frère Chrysologue, ο επιβλητικός frère Athanase, οι πορείες των μαθητών μέχρι το Σεν Ζοζέφ, οι πρώτες συναντήσεις με τον Μίμη Πλέσσα και τη νεαρή Νάνα Μούσχουρη. Στιγμές που, όπως έγραφε, έμεναν ανεξίτηλες — «μια όαση» μέσα στη σκληρή καθημερινότητα της εποχής.

Η πορεία του στο θέατρο υπήρξε σταθερή, εργατική, γεμάτη σεμνότητα. Δεν επιδίωξε ποτέ τη φασαρία της δημοσιότητας· προτίμησε την ουσία, την ομάδα, τη δουλειά. Ήταν από εκείνους τους ηθοποιούς που δεν χρειάζονταν μεγάλα λόγια για να κερδίσουν το κοινό. Αρκούσε η παρουσία του.

Κι όμως, πίσω από τον άνθρωπο της σκηνής υπήρχε πάντα ο μαθητής της Σίνα. Ο έφηβος που ένιωσε την αδικία όταν το σχολείο μεταφέρθηκε στη Νέα Σμύρνη και «αρνήθηκαν να με περιλάβουν στο νέο δυναμικό». Ο νέος που βρέθηκε σε νυχτερινό σχολείο, δίπλα σε «μάστορες, έναν παπά, μία πόρνη και διάφορους αληταράδες», και που τελικά κατέληξε στο συμπέρασμα πως «η ζωή είναι ο καλύτερος δάσκαλος».

Σήμερα, η απώλειά του ξυπνά μνήμες όχι μόνο από το θέατρο, αλλά και από μια Λεόντειο που δεν υπάρχει πια. Από ένα κτίριο που «έμεινε για λίγο διάστημα άδειο και βουβό, σαν κενή σαρκοφάγος» πριν χαθεί κι αυτό, όπως χάνονται οι εποχές.

Ο Χρήστος Βαλαβανίδης αφήνει πίσω του ένα έργο που αγαπήθηκε και μια μαρτυρία ζωής που συγκινεί. Ένας Λεοντιδέας που έζησε με αλήθεια, με χιούμορ, με ευαισθησία — και που τίμησε με τον τρόπο του το σχολείο, τους φίλους και την τέχνη του.